Torvastin®
Ατορβαστατίνη δισκία
TORVASTIN F.C.TAB 10MG/TAB BTx28 (4 BLIST x7)
TORVASTIN F.C.TAB 20MG/TAB BTx28 (4 BLIST x7)
TORVASTIN F.C.TAB 40MG/TAB BTx28 (4 BLIST x7)
Γενικά
Το Torvastin® ανήκει στην ομάδα των φαρμάκων γνωστή ως στατίνες, που ελαττώνουν τα αυξημένα λιπίδια του αίματος.
To Torvastin® έχει σαν δραστική ουσία την ατορβαστατίνη. Χρησιμοποιείται για την μείωση των λιπιδίων στο αίμα, γνωστών ως χοληστερόλη και τριγλυκερίδια, όταν μια διατροφή χαμηλή σε λιπαρά και αλλαγές στον τρόπο ζωής έχουν αποτύχει.
Ενδείξεις
Η ατορβαστατίνη ενδείκνυται ως συμπλήρωμα της δίαιτας για τη μείωση των αυξημένων επιπέδων της ολικής χοληστερόλης, της LDL–χοληστερόλης, της απολιποπρωτεΐνης Β και των τριγλυκεριδίων σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, συμπεριλαμβανομένης της ετερόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας και της συνδυασμένης (μεικτής) υπερλιπιδαιμίας (τύπος ΙΙα και ΙΙβ κατά Fredrickson), όταν η δίαιτα και τα άλλα μη φαρμακολογικά μέτρα δεν επαρκούν. Η ατορβαστατίνη ενδείκνυται επίσης για τη μείωση της ολικής χοληστερόλης και της LDL–χοληστερόλης σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή, όταν, οι θεραπείες αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Ο ασθενής πριν από τη λήψη της ατορβαστατίνης θα πρέπει να ακολουθήσει μια σταθερή υπολιπιδαιμική δίαιτα, την οποία και θα συνεχίσει κατά τη διάρκεια της θεραπείας του με ατορβαστατίνη.
Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τα αρχικά επίπεδα της LDL–χοληστερόλης, τους στόχους της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς. Η συνήθης αρχική δόση είναι 10mg μία φορά την ημέρα. Τροποποίηση της δοσολογίας πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Η μέγιστη δόση είναι 80mg μία φορά την ημέρα.
Κάθε ημερήσια δόση ατορβαστατίνης πρέπει να χορηγείται εφάπαξ και μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, μετά ή άνευ γεύματος.
Σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη στεφανιαία νόσο ή άλλους ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ισχαιμικών επεισοδίων, ο στόχος της θεραπείας είναι η επίτευξη επιπέδων LDL–χοληστερόλης <3mmol/L (ή <115mg/dL) και ολικής χοληστερόλης <5mmol/L (ή <190mg/dL).
[Προσαρμογή από το άρθρο: “Prevention of coronary heart disease in clinical practice: Recommendations of the Second Joint Task Force of European and Other Societies on Coronary Prevention” του περιοδικού Atherosclerosis 140 (1998) 199–270].
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μεικτή) υπερλιπιδαιμία:
Η πλειονότητα των ασθενών ελέγχεται με χορήγηση 10mg ατορβαστατίνης άπαξ ημερησίως. Τα αποτελέσματα της θεραπείας φαίνονται σε 2 εβδομάδες ενώ η μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση συνήθως επιτυγχάνεται σε 4 εβδομάδες, διαρκεί δε όσο ο ασθενής παίρνει το φάρμακο.
Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία:
Η θεραπεία αρχίζει με 10mg ατορβαστατίνης ημερησίως. Οι δόσεις να εξατομικεύονται και να τροποποιούνται κάθε 4 εβδομάδες έως 40mg ημερησίως. Στη συνέχεια, ή η δοσολογία αυξάνεται στη μέγιστη τιμή των 80mg ημερησίως ή χορηγούνται 40mg ατορβαστατίνης μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με κάποια ρητίνη ανταλλαγής ιόντων.
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία:
Σε μία μελέτη παρηγορητικής χορήγησης (Compassionate use study) σε 64 ασθενείς υπήρξαν διαθέσιμες πληροφορίες για 46 ασθενείς για τους οποίους είχε επιβεβαιωθεί η ύπαρξη LDL υποδοχέων. Σ’ αυτούς τους 46 ασθενείς, η μέση μείωση της LDL– χοληστερόλης ήταν περίπου 21%. Η ατορβαστατίνη χορηγήθηκε σε δόσεις μέχρι και 80mg ημερησίως.
Η δοσολογία της ατορβαστατίνης σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία είναι 10 έως 80mg ημερησίως. Η ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται σ’ αυτούς ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν οι θεραπείες αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
Δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:
Η νεφρική ανεπάρκεια δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στο πλάσμα ή την επίδρασή της στα λιπίδια, επομένως δεν χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας.
Χορήγηση σε ηλικιωμένους:
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του φαρμάκου σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών, όταν χρησιμοποιούνται οι συνιστώμενες δόσεις, είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στο γενικό πληθυσμό.
Χορήγηση σε παιδιά:
Η παιδιατρική χρήση πρέπει να συνιστάται μόνο από τους ειδικούς. Η εμπειρία στα παιδιά είναι περιορισμένη σε ένα μικρό αριθμό ασθενών (ηλικίας 4–17 ετών) με σοβαρές δυσλιπιδαιμίες, όπως η ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία. Η συνιστώμενη αρχική δοσολογία σε αυτή την πληθυσμιακή ομάδα είναι 10mg ατορβαστατίνης ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι 80mg ημερησίως, σύμφωνα με την ανταπόκριση και την ανεκτικότητα του ασθενούς. Τα δεδομένα ασφαλείας ως προς την ανάπτυξη σ’ αυτό τον πληθυσμό ασθενών δεν έχουν αξιολογηθεί.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Οι συχνότερα αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες προέρχονται κυρίως από το γαστρεντερικό και περιλαμβάνουν δυσκοιλιότητα, μετεωρισμό, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος και συνήθως υποχωρούν με τη συνέχιση της θεραπείας.
Ποσοστό μικρότερο του 2% των ασθενών διέκοψε τη συμμετοχή του στις κλινικές μελέτες του φαρμάκου εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών που αποδόθηκαν στην ατορβαστατίνη.
Με βάση δεδομένα από κλινικές μελέτες και την σημαντική εμπειρία που αποκτήθηκε μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, ο πίνακας που ακολουθεί παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν με την ατορβαστατίνη.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται ανάλογα με τη συχνότητα εμφάνισής τους σε:
Συχνές (>1/100, <1/10), μη συχνές (>1/1.000, <1/100), σπάνιες (>1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/1.000).
Γαστρεντερικές διαταραχές:
Συχνές: δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, δυσπεψία, ναυτία, διάρροια.
Μη συχνές: ανορεξία, έμετος.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος:
Μη συχνές: θρομβοκυτοπενία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:
Συχνές: αλλεργικές αντιδράσεις.
Πολύ σπάνιες: αναφυλακτικές αντιδράσεις.
Ενδοκρινικές διαταραχές:
Μη συχνές: αλωπεκία, υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία, παγκρεατίτιδα.
Ψυχιατρικές:
Συχνές: αϋπνία.
Μη συχνές: αμνησία.
Διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος:
Συχνές: κεφαλαλγία, ζάλη, παραισθησίες, υπαισθησία.
Μη συχνές: περιφερική νευροπάθεια.
Διαταραχές ήπατος – χολής:
Σπάνιες: ηπατίτιδα, χολοστατικός ίκτερος.
Δέρμα/Εξαρτήματα δέρματος:
Συχνές: δερματικό εξάνθημα, κνησμός.
Μη συχνές: κνίδωση.
Πολύ σπάνιες: αγγειοοίδημα, φυσαλιδώδη εξανθήματα (συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens–Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης).
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου:
Μη συχνές: εμβοές
Μυοσκελετικές διαταραχές:
Συχνές: μυαλγία, αρθραλγία.
Μη συχνές: μυοπάθεια.
Σπάνιες: μυοσίτιδα, ραβδομυόλυση.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος:
Μη συχνές: ανικανότητα.
Διαταραχές γενικά:
Συχνές: εξασθένηση, θωρακικό άλγος, οσφυαλγία, περιφερικό οίδημα.
Μη συχνές: κακουχία, αύξηση σωματικού βάρους.
Έρευνες:
Σε ασθενείς που έπαιρναν ατορβαστατίνη παρατηρήθηκε αύξηση των επιπέδων των τρανσαμινασών, γεγονός που συμβαίνει και με άλλους αναστολείς της HMG–CoA αναγωγάσης. Η αύξηση αυτή ήταν συνήθως μικρή, παροδική, και δεν χρειάστηκε διακοπή της θεραπείας. Σε ασθενείς που έπαιρναν ατορβαστατίνη κλινικά σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (τρεις φορές πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) παρατηρήθηκε σε ποσοστό 0,8%. Η αύξηση αυτή, ήταν δοσοεξαρτώμενη, σε όλους δε τους ασθενείς ήταν αναστρέψιμη.
Επίπεδα της CPK μεγαλύτερα του 3πλάσιου των ανώτατων φυσιολογικών ορίων παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 2,5% των ασθενών που ελάμβαναν ατορβαστατίνη, ποσοστό που είναι παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε κλινικές μελέτες με άλλους αναστολείς της HMG–CoA αναγωγάσης. Επίπεδα 10 φορές πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 0,4% των ασθενών υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη (βλέπε 4.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις και προειδοποιήσεις κατά τη χρήση, επίδραση στους σκελετικούς μυς)..
SmPC
Βρείτε ολόκληρο το SmPC του Torvastin® εδώ
Οι παραπάνω πληροφορίες παρέχονται για ενημερωτικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς. Η έναρξη, συνέχιση και διακοπή της θεραπείας με Torvastin® θα πρέπει να γίνεται αυστηρά και μόνο με οδηγίες ιατρού.
Οι σύνδεσμοι που παρατίθενται στην παρούσα ιστοσελίδα και οδηγούν σε εξωτερικούς ιστότοπους διεθνών οργανισμών, κανονιστικών αρχών και άλλων φορέων, είναι αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς.
Η Vita Longa δεν διατηρεί καμία εμπορική, οικονομική ή άλλη συνεργασία με τους συγκεκριμένους οργανισμούς, εκτός εάν αυτό αναφέρεται ρητά. Η αναφορά ή παραπομπή σε αυτούς δεν υποδηλώνει έγκριση, χορηγία ή σύσταση των απόψεων, πληροφοριών ή υπηρεσιών που παρέχονται στους αντίστοιχους ιστότοπους.
Η Vita Longa δεν φέρει ευθύνη για το περιεχόμενο, την ακρίβεια ή την επικαιροποίηση των πληροφοριών που φιλοξενούνται σε εξωτερικούς ιστότοπους.

